[Από: Μαρία Δημάκη-Ζώρα, Ο Στέλιος Σπεράντσας (1882-1962) και η συμβολή του στην εξέλιξη της νεοελληνικής δραματουργίας για παιδιά και νέους]
–
Ο Στέλιος Σπεράντσας (1888-1962) υπήρξε μια πολύπλευρη προσωπικότητα, που δεν περιορίστηκε σε ένα μόνο τομέα πνευματικής δραστηριότητας, αλλά επεκτάθηκε από την ιατρική και την οδοντιατρική επιστήμη που σπούδασε, στην καλλιέργεια της ποίησης, με έμφαση στη λογοτεχνία και το θέατρο για παιδιά. Κατά τη διάρκεια της επιστημονικής του σταδιοδρομίας, ως ιατρός ακτινολόγος αρχικά, και ως καθηγητής της Ορθοδοντικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αργότερα (1933-1952), συνέγραψε επιστημονικές εργασίες και μονογραφίες [1], καθώς και το γνωστό σύγγραμμά του Οι Έλληνες γιατροί λογοτέχνες από την άλωση της Πόλης ως τα σήμερα, που κυκλοφορήθηκε το 1961. Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη συγγραφή δοκιμίων, αλλά και με την εκπόνηση εκτενών μελετών με ιστορικό χαρακτήρα, όπως η μελέτη του για τον Μπάυρον [2] και η συλλογή δοκιμίων «Στο δρόμο του στοχασμού» (1958).
Η ποίηση φαίνεται ότι αποτελούσε από τα παιδικά και νεανικά χρόνια αγαπημένη ενασχόληση για τον Σπεράντσα. Στίχοι του βρίσκονται δημοσιευμένοι σε περιοδικά και εφημερίδες της Σμύρνης ήδη από πολύ νωρίς [3], ενώ το ποιητικό του τάλαντο επιβραβεύτηκε και με μια σημαντική διάκριση: το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό του Πανιωνίου Γυμναστικού Συλλόγου, ο οποίος προκηρύχθηκε το 1900, με σκοπό τη σύνθεση του ύμνου του Σωματείου «στην αρχαΐζουσα». Στην κριτική επιτροπή μετείχαν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Γεώργιος Μιστριώτης και Νεοκλής Καζάζης, καθώς και ο ποιητής Αριστομένης Προβελέγγιος, οι οποίοι σημείωναν εμφαντικά στην εισηγητική έκθεσή τους «την πλήρη αρμονίαν της ποιητικής εμπνεύσεως και της καλλιτεχνικής μορφής» του ποιήματος που είχε υποβάλει ο Σπεράντσας με το ψευδώνυμο Απηλιώτης [4].
Ο λογοτεχνικός οίστρος δεν τον εγκατέλειψε ούτε όταν στράφηκε στις ιατρικές και κατόπιν στις οδοντιατρικές σπουδές ούτε όταν αφοσιώθηκε στα καθήκοντα που απέρρεαν από τη θέση του καθηγητή του Πανεπιστημίου, από το 1933 που κατέλαβε τη νεοϊδρυθείσα έδρα της Ορθοδοντικής. Συνέχισε και τότε να εκδίδει ποιητικές συλλογές, με ποιήματα φυσιολατρικού και πατριωτικού κυρίως περιεχομένου, αλλά και libretti για μελοδράματα [5], ενώ συνέταξε και αναγνωστικά για μαθητές δημοτικού και γυμνασίου.
Το πεδίο, όμως, στο οποίο ο Σπεράντσας αφιέρωσε μεγάλο μέρος της δραστηριότητας και της δημιουργικής του ενασχόλησης του υπήρξε η λογοτεχνία και το θέατρο για παιδιά. Δεκάδες είναι οι ποιητικές συλλογές που έχει συνθέσει με αποδέκτες το παιδικό και νεανικό κοινό. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις γνωστές συλλογές του Σαν τα πουλιά (1924), Παιδικές Ψυχές (1925), Ο Τραγουδιστής των παιδιών (1929, βραβείο Φιλαδελφείου Διαγωνισμού 1931), Το βιβλίο που τραγουδεί (1949), Μικρές Φωνές. Ποιήματα για μικρά παιδιά (1953), Όμορφοι Κόσμοι. Παιδικά ποιήματα (1956), το πεζό Ταξιδεύοντας με τον Κοντορεβιθούλη (1951) και άλλα.
Τα θεατρικά έργα για παιδικό κοινό που συνέγραψε είναι, επίσης, αρκετά και αξιομνημόνευτα, κυρίως γιατί εντάσσονται σε μια εποχή που το θέατρο για παιδιά στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε φάση διαμόρφωσης και η ενασχόληση με αυτό ικανών και ήδη καταξιωμένων λογοτεχνών, όπως ο Σπεράντσας, είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Στη δραματουργία του εντάσσονται τα έργα Ίκαρος. Παιδικό δραματικό όνειρο σε μια πράξη (1926), ορισμένα έργα από τη συλλογή Ακακίες (1928) που είναι γραμμένα σε διαλογική μορφή και, κυρίως, τα έργα που περιλαμβάνονται στα έξι τεύχη με τον γενικό τίτλο Η Σκηνούλα μας και δημοσιεύτηκαν στην περίοδο από το 1948 έως το 1961.
Η παρούσα εργασία εστιάζει ακριβώς σε αυτά τα τελευταία έργα. Μπορούμε με αρκετή βεβαιότητα να συναγάγουμε από τη μελέτη της ασφαλή συμπεράσματα για τη συνολικότερη δραματουργική παραγωγή του Σπεράντσα για παιδικό κοινό [6].
Με τα έργα αυτά, μονόπρακτα κυρίως, ή σύντομα «δραμάτια» όπως τα αποκαλούσε, ο συγγραφέας προσπάθησε να διαμορφώσει μια σύγχρονη δραματουργία για παιδικό και νεανικό κοινό, με θέματα αντλημένα κυρίως από το ένδοξο ιστορικό παρελθόν και τη θρησκεία.
Συγκεκριμένα, σε αυτά τα έξι τεύχη περιλαμβάνονται έργα τα οποία αντλούν το θέμα τους από την ιστορική περίοδο της Επανάστασης του 1821, όπως «Ο όρκος του Φιλικού», «Ο Χαλασμένος Μύλος», «Δεν μπορώ ν’ αφήσω την Ελλάδα», «Η δόξα των Ψαρρών», «Το Κρυφό Σχολειό», «Ο Χορός του Ζαλόγγου», «Οι Ομογάλακτοι» και «Το Θολό Νερό», καθώς και άλλα που δραματοποιούν σκηνές από την εποποιία του 1940, όπως «Τ’ άρματα», οι «Ατσαλένιες Γυναίκες», οι «Ήρωες», το «Ένας ακόμη στρατιώτης» και «Τα δυο επισκεπτήρια». Το θρησκευτικό στοιχείο είναι έντονο σε όλα τα παραπάνω έργα, ωστόσο υπάρχουν και εκείνα που προβάλλουν αμιγώς θρησκευτικά θέματα, όπως το έργο «Η νύχτα της Βηθλεέμ», καθώς και εκείνα που αρύονται τα θέματά τους από την καθημερινότητα ή τις κοινωνικές συνθήκες. Τέτοια είναι οι «Καλλικάντζαροι», το «Γράμμα στον Άη Βασίλη», καθώς και «Η πράσινη μάσκα» ένα έργο που εστιάζει σε κοινωνικά προβλήματα, όπως η φτώχεια και η ύπαρξη διακρίσεων. Τέλος, το παραμυθόδραμα «Στη χώρα του καλού άρχοντα» παρουσιάζει, μέσα από τη μορφή και τις φόρμουλες του παραμυθιού, μια ιστορία που προβάλλει τη μεγαλοψυχία και τη δύναμη της αγάπης.




